Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Μαθήματα οικονομικής ιστορίας από ΔΝΤ-κρατούμενες χώρες: Το παράδειγμα της Βραζιλίας

Όταν μία αντιπροσωπεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου «επισκέπτεται» μία χώρα, θέτοντας σαν προϋπόθεση για την εκχώρηση δανείων τον περιορισμό των κοινωνικών και λοιπών δαπανών, η διαφορά δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη, σε σχέση με τη φυσική καταστροφή που θα προκαλούσε ένας βομβαρδισμός εκ μέρους του ΝΑΤΟ, όπως στο παράδειγμα της Γιουγκοσλαβίας
Micheal Chossudovsky, καναδός οικονομολόγος
Το παρακάτω κείμενο περιγράφει συνοπτικά την κατάσταση που οδήγησε την 8η μεγαλύτερη οικονομία στο χείλος της καταστροφής πριν και μετά την είσοδο του ΔΝΤ. Θα βρείτε έντονους τους παραλληλισμούς και τις ομοιότητες της κρίσης της Βραζιλίας με τη δική μας, όπως την περιγράφει ο οικονομολόγος Β. Βιλιάρδος στο άρθρο του «η άλωση της Βραζιλίας».

Η άλωση της Βραζιλίας

Το σημαντικότερο πρόβλημα της Βραζιλίας εν έτει 1997 ήταν το υψηλό έλλειμμα στο «ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών», δηλαδή το ύψος των εισαγωγών ήταν υψηλότερο από το ύψος των εξαγωγών. Το πρόβλημα αυτό που κορυφώθηκε στη χώρα μας την τελευταία δεκαετία αντικατοπτρίζει την απώλεια ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας.

Εντούτοις, η Βραζιλία ήταν ανέκαθεν ένα από τα πλουσιότερα κράτη σε φυσικούς και ενεργειακούς πόρους. Το έλλειμμα εμφανίσθηκε μετά την υιοθέτηση ενός προγράμματος σταθερότητας από την κυβέρνηση της το 1994, το οποίο είχε κύριο στόχο την καταπολέμηση του υπερπληθωρισμού. Το πρόγραμμα σταθερότητας εισήγαγε ένα νέο νόμισμα (Real) με ισοτιμία απέναντι στο δολάριο 1Real=1$, κάτι ανάλογο με την εκσυγχρονιστική πολιτική Σημίτη που οδήγησε στην ΟΝΕ.

Η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση τότε οδηγήθηκε σε εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις κρατικών επιχειρήσεων με σκοπό να προσεγγίσει νέους διεθνείς επενδυτές. Η είσοδος ξένων επενδύσεων εξισορρόπησε το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών καθώς εισέρευσαν νέα κεφάλαια.

Το πρόβλημα ξεκίνησε όταν κατά την ασιατική κρίση του 1998, οι επενδυτές έχασαν την εμπιστοσύνη τους στις αναπτυσσόμενες χώρες. Στο παιχνίδι αυτό, συνέβαλε η επιθετική τακτική των αμερικάνικων οίκων αξιολόγησης οι οποίοι υποτίμησαν τη Βραζιλία, όπως έκαναν, κατά τα γνωστά, στη χώρα μας, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία. Το αποτέλεσμα ήταν να ακολουθήσουν οι ιππότες του ΔΝΤ για να σώσουν την κατάσταση.

Το ΔΝΤ ενέκρινε τη βοήθεια ύψους 42,6 δις. $ λίγο πριν την χρεοκοπία για να εφαρμόσει τους δικούς του όρους. Απαίτησε από την κυβέρνηση της χώρας να εφαρμόσει ένα αυστηρό πρόγραμμα εξοικονόμησης πόρων, περιορίζοντας θεαματικά το έλλειμμα του προϋπολογισμού της μέσα από αυξήσεις φόρων, μειώσεις δημοσίων δαπανών καθώς επίσης την αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού.

Μέσα σε τρία χρόνια μετά την παροχή του δανείου του ΔΝΤ, ξέσπασε «ταξικός» πόλεμος τεραστίων διαστάσεων με 40.000 θύματα συμπλοκών και πολυάριθμους βίαιους θανάτους. Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις της κυβέρνησης, το 2002 το 30% του πληθυσμού ζούσε στα όρια της εξαθλίωσης: χρόνιος υποσιτισμός που οδηγούσε στην ανικανότητα, στην πλήρη αναπηρία και στο θάνατο.

Σήμερα, η Βραζιλία συνεχίζει να ανήκει στις αναπτυσσόμενες οικονομίες εξασφαλίζοντας υψηλότερα επιτόκια στους δανειστές της. Οι κρατικές επιχειρήσεις της συνεισφέρουν ελάχιστα στα δημόσια έσοδα αφού ανήκουν κυρίως σε αμερικανικές και ευρωπαϊκές  πολυεθνικές.

Το 2009, εισέρευσαν στη χώρα 47 δις $ ξένα κεφάλαια σε μορφή κατά το 75% μετοχών. Η κυβέρνηση έχει ήδη επιβάλλει ειδικό φόρο 1,5% στις συναλλαγές για να περιορίσει την είσοδο τους έτσι ώστε να μην αποχωρήσουν μαζικά και δημιουργήσουν μια ακόμη κρίση. Το ποσοστό του πληθυσμού κάτω από το ελάχιστο όριο της φτώχειας, όμως, παραμένει στο 31% (στοιχεία 2007) με το κατά κεφαλήν εισόδημα των κατοίκων της να πλησιάζει μετά βίας τα 9.700 $ τη στιγμή που στην Ελλάδα είναι 30.500 $.

Διακρατικό σύμφωνο επενδύσεων

Το σημαντικότερο όπλο που διαθέτει το ΔΝΤ είναι το διακρατικό σύμφωνο επενδύσεων (Multilateral Agreement on Investment). Η υπογραφή κάτω από το συγκεκριμένο σύμφωνο έχει σαν αποτέλεσμα την ολοκληρωτική άλωση της χώρας που το αποδέχεται.

Το γεγονός ότι δεχόμαστε καταιγισμό προτάσεων για στρατηγικές επενδύσεις στη χώρα από Κατάρ και Κίνα – κι όσων άλλων επακολουθήσουν - τον τελευταίο μήνα, λίγες μέρες μετά την κατάθεση του fast track, του νόμου Παμπούκη για τη γρήγορη αδειοδότηση στρατηγικών επενδύσεων,  γεννά προβληματισμούς σε μια χώρα που βρίσκεται υπό το καθεστώς παγκόσμιας επιτήρησης. Πως έγινε, λοιπόν, το επενδυτικό κλίμα ευνοϊκότερο μέσα σε 5 μήνες από την υπογραφή του μνημονίου είναι απορίας άξιο για μια χώρα που χρωστάει πολλά περισσότερα από όσα παράγει (ΑΕΠ) και θεωρείται ακόμη αφερέγγυα και αναξιόπιστη στην εξυπηρέτηση των οφειλών της απέναντι στους δανειστές της εφόσον υπάρχουν ακόμη στο τραπέζι λύσεις πτώχευσης και αναδιάρθρωσης του χρέους της.

Μήπως το fast track θυμίζει λίγο από ΜΑΙ; Για όσους δεν το γνωρίζουν, το ΜΑΙ αποτελεί μια διακρατικό σύμφωνο επενδύσεων, που προτάθηκε για πρώτη φορά το 1995 από τα μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), επιδιώκοντας να αναπτύξει διακρατικούς κανόνες ελεύθερης και συστηματικής διακίνησης κεφαλαίων και επενδύσεων ανάμεσα στις χώρες αυτές. Όταν εκδόθηκε το τελικό κείμενο της συμφωνίας το 1997, καλλιεργήθηκε έντονη κριτική καθώς ενείχε τον κίνδυνο να μην μπορούν να ρυθμιστούν οι ξένες επενδύσεις σε κάθε χώρα. Εν τέλει δεν εδραιώθηκε, όταν η Γαλλία απέσυρε τη στήριξή της το 1998, αλλά είναι εμφανές ότι οι μεγάλες οικονομικές δυνάμεις του πλανήτη ακόμη το χρησιμοποιούν ως εργαλείο επενδύσεων.

Μια τέτοια συμφωνία προβλέπει, ανάμεσα σε άλλα, την υποβάθμιση κάθε υπάρχουσας εθνικής νομοθεσίας που ρυθμίζει τις ξένες επενδύσεις απέναντι στους όρους της συμφωνίας MAI και την απαγόρευση στο μέλλον υπαναχώρησης από τους όρους και νομοθέτησης περιορισμών στις ξένες επενδύσεις. Πως, λοιπόν, θα προσέλθει σε διαπραγμάτευση μια αδύναμη χώρα να προστατεύσει εθνικά κεκτημένα υπό αυτό το καθεστώς ομηρίας; Αναγκαστικά θα δεχθεί μαρτυρικά τους όρους για να μη φθάσει στο εδώλιο διεθνών δικαστηρίων από μηνύσεις επενδυτών και πληρώσει το μάρμαρο, εάν το ασφαλιστικό, οι εργασιακές σχέσεις, η δημόσια υγεία, η παιδεία, το φυσικό περιβάλλον απειλούν τα συμφέροντά τους ή δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα κέρδη. Γιατί φυσικά οι όροι της συμφωνίας προβλέπουν σε ποιο «δικαστήριο θα παιχτεί η μπάλα» και φυσικά τη «λυπητερή» που σε περιμένει εάν δε συνετιστείς.

Μοιράσου